Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Αναμνήσεις

Μου λείπουν τα χείλη σου (Η μποκαμβίλια)

Εικόνα
Μου λείπουν τα χείλη σου... Ειδικά εκείνο το ένα, το ατίθασο, που περισεύει λίγο παραπάνω... Ονειρεύομαι τις γάμπες σου, τα στρογγυλά γοβάκια και τις μπαλαρίνες... Καθώς το στρατί σκαρφάλωνες μετά την μποκαμβίλια οπου σκαρφάλωνε η τρομαγμένη γάτα μη λογαριάζοντας τ' αγκάθια.

Τζαντζάντζελα

Εικόνα
Λέξεις παιδικές, χωρίς νόημα, ξετρυπώνουν επιφυλακτικά από τα πηγάδια του μυαλού, παιδικές αναμνήσεις, σαν ανάστροφα μικρά ισχαιμικά επεισόδια για να με συνδέσουν με τις ρίζες, σ' έναν κόσμο που υπήρξε ανέμελος ένεση ανάμνησης ευτυχίας κουράγιο στην άβυσσο του τέλους.

Νάρκισσος

Εικόνα
Salvador Dalí  - Metamorphosis of Narcissus, 1937 Κάποτε οι άνθρωποι πρέπει να ωριμάσουν. Να εξελιχθούν. Να μάθουν πως ότι αρχίζει όμορφα, όμορφα μπορεί και να τελειώσει. Φοβάμαι να έρθω να σε βρω, γιατί φοβάμαι. Όχι ότι η σχέση μας θα τελειώσει, αλλά την πίκρα που μπορεί να κρύβει, η τελευταία ανάμνηση της. Γιατί το βλέπω, πως μέσα σου βαθιά το ξέρεις, πως ακόμα κι εσύ διαφορετική πολύ είσαι από αυτό που θέλεις να δείχνεις. Ναρκισσισμός παντρεμένος με εμπάθεια πόνος για τη ψυχή μου, δηλητήριο για τη δική σου που θα ζήσεις τη γνώση της πράξη σου.

Φιλίας όρια

Εικόνα
Το ποιο δύσκολο πράγμα που μπορεί να χρειασθεί να κάνεις για ένα φίλο είναι, να τον συγχωρήσεις (αν χρειασθεί). Όμως για όλα υπάρχουν όρια. Μετά από αυτά, μόνο συνειδήσεις.

Το 2ο Βαλς

Εικόνα
Τις μέρες εκείνες που χάνω τη γραφή νιώθω μόνος, ταπεινός, χαμένος, διότι η γραφή είναι απεικόνιση της έμπνευσης και έμπνευση δεν έχω. Τις μέρες εκείνες που χάνω τη γραφή νιώθω βρώμικος, λίγος και καταφρονημένος, γιατί η έμπνευση για μένα είναι πηγή δύναμη και μέθη. Τις μέρες εκείνες που χάνω την γραφή πονάω, γυρνούν τα σπλάχνα μου και σφίγγεται η ψυχή μου γιατί εκείνες τις μέρες νιώθω σε έχω χάσει. Μα σαν έρθει πάλι η γραφή εσένα φέρνει πάλι κι ας μην έρχεσαι ποτέ μαζί η φλόγα σου ανάβει και οι φτέρνες μου καίγονται για να χορέψω πάλι βαλς κι ας είναι με κάποια άλλη. Οι άνθρωποι επιλέγουν τη μιζέρια τους και οι δικαιολογίες απαλύνουν τον πόνο και συχνά κάνουν να υποφέρουν άλλοι. Μου τελειώσαν οι δικαιολογίες οι φτέρνες πήραν φωτιά είναι ώρα για βαλς αυτοκρατορικό παρακαλώ!

Χειμώνας

Εικόνα
Απεγνωσμένα έψαξα να θυμηθώ αυτά που μας ενώναν. Στιγμιαίες αναμνήσεις χωρίς συναίσθημα αναλαμπές που μοιάζουν ξεθωριασμένες φωτογραφίες στο παλιό σεντούκι στο πατάρι. Κι όμως σαν χτες να ήταν τα χρώματα κι εικόνες έντονες, λαμπερές που αντηχούσαν βαθιά μες στην καρδιά σαν πρώτος έρωτας που χάθηκε σαν όνειρο μεσημέρι μες το κατακαλόκαιρο. Κι όπως η βροχή ξεπλένει τη χαρά του καλοκαιριού χάθηκες σα της σκόνη γλίστρησε στα φρεάτια παρασέρνοντας μαζί της τα τελευταία φθινοπωρινά φύλλα. Και έτσι, τα συναισθήματα έσβησαν σε σκοτεινό μονόδρομο στα έγκατα της γης και ήρθε πάλι ο χειμώνας για να σκεπάσει η παγωνιά και να επέλθει κάθαρση. 

Μη με παρεξηγείς...

Εικόνα
Μη με παρεξηγείς.  Δεν έχω πρόθεση κακή  καμιά.  Άμυνες και αμηχανία είναι...  αφού...  μέσα μου κάθε φορά  οι αντιθέσεις με συγκλονίζουν  και φτάνεις πάντα αργά.  Γι’ αυτό...  όταν μου μιλάς,  να μιλάς καθαρά  και να λες αυτό που μέσα σου έχεις,  εκείνο που ακόμα σε παρακινεί  να θέλεις να μου μιλήσεις.  Αλλιώς θα μπερδεύομαι,  και πύρινα τείχη θα υψώνω  την καρδιά σου πάντα να ματώνω  και μαζί σου  αιώνια θα πονώ. 

Ήμουν σχεδόν σίγουρος

Εικόνα
Le Tende al Mare con Milo Manara Κοίταξα διακριτικά πίσω από το καβαλέτο μήπως και σε δω. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι ήσουν εκεί. Ίσως σε άλλη αίθουσα σκέφτηκα και προχώρησα στον επόμενο θάλαμο της έκθεσης. Έριξα ένα αδιάφορο δήθεν βλέμμα στο χώρο και διάλεξα ένα πίνακα κοντά στην είσοδο της επόμενης αίθουσας. Αυτή ήταν και η τελευταία. Σίγουρα, θα σε βρω εδώ. Απέφυγα να κοιτάξω. Ήθελα να το καθυστερήσω. Στράφηκα προς τη μπαλκονόπορτα και βγήκα έξω. Εξάλλου μπορεί να είναι στο προαύλιο. Σάρωσα με το βλέμμα μου το χώρο και επικεντρώθηκα στα δύο συντριβάνια. Σχεδόν σε είδα να κάθεσαι μαζεμένη στην άκρη του ενός. Τα μαλλιά σου δεμένα χαλαρά κατρακυλούσαν στους λεπτούς σου ώμους καθώς είχες το κεφάλι στραμμένο ψηλά απολαμβάνοντας δροσερό νερό από ένα μπουκάλι. Χτυποκάρδι. Ήμουν σχεδόν σίγουρος πως ήσουν εσύ. Όμως και πάλι όχι. Ήταν όμως κάποια άλλη. Πήγα με σταθερά βήματα στην τελευταία αίθουσα ξεχνώντας να κοιτάξω οτιδήποτε σε αυτή που ήμουν. Ήμουν σχεδόν σίγουρος πως θα σε δω. Μά...

Παλιά φωτογραφία

Εικόνα
Δε θυμάμαι πότε η εικόνα σου ξεθώριασε ξαφνικά. Σαν χτες ήτανε που πόζαρες. Και τώρα, βρήκα εκείνη τη φωτογραφία σου, σ' ένα ερμάρι κλεισμένη από παλιά. Μόνο που έμοιαζε χτες, που σε είχα αγκαλιά. Σαν ανάμνηση παλιά, τα χρώματα τα λαμπερά κοιμήθηκαν θαρρείς μαζί με τις αναμνήσεις. Έτσι νοιώθω πως σε χάνω σιγά-σιγά, σαν την φωτογραφία που αποχωρεί σταθερά απ' το κιτρινισμένο της πια, σπίτι.

Ευχαριστώ

Εικόνα
Προσπάθησα να δω τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου, και ανακάλυψα ένα κόσμο ασπρόμαυρο και μπερδεμένο, όπου το άσπρο του σήμερα γινόταν το μαύρο του αύριο, κι εκείνο που νόμιζες σταθερό ψευδαίσθηση αστάθειας ήταν. Ξεκίνησε όνειρο και κατέληξε εφιάλτης, βυθισμένος σε οράματα που δεν υπήρξαν ποτέ τελικά. Πόνο περίμενα όχι απογοήτευση. Σ' ευχαριστώ.

Seventies

Εικόνα
Καθόταν στο σαλόνι δίπλα σε ένα μεγάλο μακρόστενο αμπαζούρ με τα έντονα μοντέρνα χρώματα. Στο διπλανό δωμάτιο στο πικάπ έπαιζε ένας δίσκος. Καμπάνα παντελόνι, στενό πουκάμισο ξεκούμπωτο στο στήθος. Μακρυά φαβορίτα και βλέμμα να ατενίζει στο μπαλκόνι την Πατριάρχου Ιωακείμ καθώς ο ήλιος βασίλευε χαρίζοντας τα πιο όμορφα του χρώματα.  Στο χέρι του ένα μεγάλο ποτήρι ουίσκι VAT67 σκέτο δηλητήριο. Στο άλλο, ένα τσιγάρο να κάνει δαχτυλίδια καπνού που χορεύοντας ανέβαιναν στο ταβάνι. Εκείνη βγήκε από το μπάνιο με τα μαλλιά της τυλιγμένα σα φακίρης σε μια λευκή πετσέτα. Με μια άλλη λευκή πετσέτα είχε τυλιγμένο το κορμί τις αφήνοντας ξεσκέπαστους τους μηρούς της μέχρι ψηλά. Περπάτησε ανάλαφρα μέχρι το μπαρ με μάτια υγρά, μελιά μες τη σκανδαλιά. Πήρε ένα ποτήρι, έβαλε παγάκια και τον κοίταξε πονηρά καθώς κατρακυλούσαν κουδουνίζοντας δροσιά στο βαρύ ποτήρι. Απολάμβανε το βλέμμα του πάνω στο κορμί της. Ένοιωθε τα μάτια του να καίνε πάνω της όπου περνούσαν και έκανε το κάθε τ...

Χρώματα

Εικόνα
Τα μουντά χρώματα που σου αρέσουν είναι συνδεδεμένα με μουντούς ανθρώπους, δουλειά και άγχος. Για αυτό δε τα θέλω. Με αγχώνουν. Ήθελα ένα έντονο χρώμα στις συνομιλίες μας,ζεστό, ήλιο, καλοκαίρι και ζουζουνιστές μέλισσες. Αν δε μπορείς να το δεις κάν' το γκρι σα μαρμαρόπλακα παλιού κέλτικου νεκροταφείου. Μα αν το κάνεις ψυχρό θα πρέπει ίσως να σκεφτείς τι είναι αυτό που σε τραβάει όλο και ποιο βαθειά στο σκοτάδι. Να ξέρεις... πάντα εσύ επιλέγεις. Εγώ έχω βγει στο φως.

Αισθήσεις

Εικόνα
  Μιαν άλλη φορά σου είπα. Aπάντησες δε θα υπάρξει άλλη φορά. Σε ρώτησα γιατί και είπες, από εδώ και πέρα πρέπει να προστατέψω τον εαυτό μου. Το σκέφτηκα για λίγο και είπα... καλά. Θα μιλάμε όμως μου είπες! Αυτό με γέμισε απορίες που θα οδηγούσαν σε σκέψεις και ήμουν πολύ κουρασμένος εκείνη τη στιγμή. Είπα απλά... καλά, χωρίς να το σκεφτώ. Σε φίλησα και έφυγα.  Δε το θυμάμαι το φιλί, κανένα φιλί. Μόνο θυμάμαι πως υπήρξαν κάποια στιγμή, φευγαλέα όπως όλα ανάμεσά μας. Πάντα ο λάθος χρόνος και πάντα σύντομα, σχεδόν αβίαστα. Σα γάζα που τραβιέται απότομα από την πληγή. Χρατς! Μια κι όξω! Μετά από δυο μέρες βρήκα το κουράγιο να σκεφτώ. "Από εδώ και πέρα πρέπει να προστατέψω τον εαυτό μου". Αισθάνθηκα κάπως ραδιενεργός. Όταν λες τον εαυτό σου εννοείς το σώμα σου; Φοβάσαι μη σ' αγγίξω; Με δε σε αγγίζω, δε σε άγγιξα ποτέ. Όχι πρώτος. Φοβάσαι μήπως δεν αντέξεις και μ' αγγίξεις πάλι εσύ; Δεν είναι κάτι που έχεις σκεφτεί πρώτα; Πριν γίνει, πριν με δεις δε σκέφτηκες...

Choose life again

Εικόνα
I chose the tough way. You chose the easy way. Only to find that my way was easier and your way tougher. Choose life. I chose not to choose life. I chose something else.

Αράχνη

Εικόνα
Η Αράχνη... Θηλυκό που υφαίνει. Υφαίνει ιστό φαρμακερό θανάσιμη παγίδα. Εκεί στα σκοτινά και στις ψηλές γωνίες εργατική τις νύχτες στήνει ενέδρα φονική και καρτέρι του χάρου μόνο και μόνο για να γεννήσει τα παιδιά της και η ζωή της να συνεχιστεί.

Θυμάσαι;

Εικόνα
Γιατί ήρθες; με ρώτησες κάποτε. Θυμάσαι; Σου είχα πει: Κάποτε είχα ξανάρθει... Θυμάσαι; Σε είχα αγαπήσει τότε. Θυμάσαι; Είχα έρθει για να εκπαιδεύσω το σώμα σου, να δώσω πνοή στις αισθήσεις σου. Θυμάσαι; Έφυγες όταν έμαθες. Θυμάσαι; Γιατί ο δάσκαλος εμφανίζεται όταν ο μαθητής είναι έτοιμος. Ο μαθητής παίρνει αυτό που χρειάζεται και προχωράει.Ο δάσκαλος μένει πίσω με τις αναμνήσεις. Γιατί ήρθες πάλι; με ρώτησες ξανά μετά από χρόνια. Ακόμα δε θυμάσαι πότε εμφανίζομαι; Στην πραγματικότητα όμως, ήμουν πάντα εδώ. Δεν ήρθα ποτέ. Ήμουν εδώ. Εσύ ήρθες. Ίσως είσαι έτοιμη να συνεχίσεις... Ίσως...

Μουσική που υπαγορεύει ο Θεός

Εικόνα
Προτείνεται να παίζει το κομμάτι χαμηλά κατά την ανάγνωση αν είναι δυνατόν από το διπλανό δωμάτιο. Ξάπλωσες και σήμερα μακριά μου σαν θολή ανάμνηση μες το φθινόπωρο για ένα καλοκαίρι που δε ζήσαμε ποτέ. Η μουσική ερχόταν απαλά από το διπλανό δωμάτιο. Όμως, ποτέ σου δε κατάλαβες, πως του μυαλού τα μονοπάτια δε φυλακίζονται και πριν προλάβει ο Μορφέας να σε πάρει, η μουσική ταξίδεψε την σκέψη σου στο σαλόνι, σε κάποιο άλλο σπίτι, το δικό μας σπίτι που όμως ποτέ δεν ονειρευτήκαμε μαζί. Κι εκεί στην άκρη, ένα μαύρο γυαλιστερό πιάνο. Ένα μπουκάλι και ένα ποτήρι με ουίσκι και παγάκια και στην άκρη ένα τασάκι κι ένα τσιγάρο να καπνίζει λικνίζοντας απαλά το χαρμάνι του μέχρι τον ουρανό. Τα μάτια σφιχτά κλειστά και δακρυσμένα όχι από στεναχώρια, μα από χαρά.  Μουσική που υπαγορεύει ο Θεός. Και σήμερα το βράδυ σε πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά μου.

Κι ακούω βαλς...

Εικόνα
Κι ακούω βαλς... Και σε σκέφτομαι με ένα λευκό μακρύ φόρεμα κι ένα καπέλο λευκό με μεγάλο μπορ μπροστά σε άσπρο χτιστό παράθυρο, γαρνιρισμένο με αφέλειες από μποκαμβίλιες, με θέα το πέλαγο από ψηλά. Να γυρνάς να με κοιτάς πίσω από τα μεγάλα σου γυαλιά... Κι ακούω βαλς... Να το! Είδες; Με ταξίδεψες πάλι... Μόνο που εσύ ήσουν εδώ κι εγώ εκεί κι όλο το ταξίδι έγινε του μυαλού παιχνίδι. Κι ακούω βαλς... Μες το φθινόπωρο το καλοκαίρι αποζητώ αλλά εδώ εσύ εκεί εγώ. Στου μυαλού τα μονοπάτια διέξοδο αναζητώ να έρθω να σε συναντήσω στο φως να σε δω. Κι ακούω βαλς...  

Παλιές αγάπες... (2000)

Εικόνα

Κύμα

Εικόνα
    Κι εκεί που το κύμα δρόσιζε άλλοτε τον βράχο, σε πρώτο-συνάντησα, ξεδίψασα με το φιλί σου, και θάρρεψα πως άνοιξη έγινε ο χειμώνας της ζωής μου. Κι ώσπου να ανοίξω τα μάτια χάιδεψα το φλογερό κορμί σου ζώντας όνειρο από εκείνα που χάνονται αξημέρωτα, μα σαν τα μάτια άνοιξα φθινόπωρο είχε γίνει και πάγος η ψυχή μου. Περίεργο  πλάσμα ο άνθρωπος κι εγώ μαζί του, γεμάτος αναμνήσεις φλογερές, γεύσεις και μυρωδιές, που χάθηκαν θαρρείς πως το κύμα τα πήρε όλα μαζί του.