Θαλασσόξυλο
Σαν ανάσα χάιδεψε το αεράκι το μέτωπό του. Να το. Ήρθε η άνοιξη. Μα πριν ξεφύγει άλλη σκέψη με μια ριπή ο Γρέγος έσβησε το καντήλι κι ο ναύτης άφησε την ανάσα του να φύγει ευτυχισμένη στον καιρό σα θαλασσόξυλο ταξίδεψε στην άβυσσο της απεραντοσύνης.