Αναρτήσεις

Όταν ερωτευθείς το ρόδο

Εικόνα
Για τον πατέρα μου. Όταν ερωτευθείς το ρόδο, Πρέπει να γνωρίζεις, Θα πονέσεις…            Κι αν παρθένος είσαι, Μέχρι τώρα ο πόνος Θα σου είναι γνωστός. Ρόδο δίχως αγκάθι δεν υπάρχει Ειρωνεία θα ‘ταν αγάπη Δίχως πόνο. Σ’ αγαπούσα πάντα Κι εσύ το γνώριζες, Ήσουν αδυναμία μου. Μου λείπεις στις στιγμές, Εκεί στις σκιές, Στις πιο βαθιές δικαιολογίες. Θα σε θυμάμαι πάντα, Εκεί που ζεις στα όμορφα, Στ’ αρώματα. Στην οσμή της πατρίδας, Εκεί μετά τον Πλαταμώνα Θ’ ανασταίνεσαι. Εσύ το γένος και η πατρίδα, Εσύ και ο αφρός των κυμάτων Που δαμάσαμε παιδιά. Καλή αντάμωση πατέρα Κι ας είναι αλαφρό το χώμα που σε σκεπάζει. Καλή αντάμωση φίλε…

Στάθηκα

Στέκομαι διψασμένος απέναντί σου χάρτινε σύμμαχέ μου Νοσταλγώντας ν’ αναγεννηθώ στο παιχνίδι της έμπνευσης Γιομάτος νοσταλγία στοίχων που δε αποτυπώθηκαν ποτέ. Λαχτάρα για χρόνους που πέρασαν, Λαχτάρα ν’ ανταλλάξω το σήμερα με το χτες, Γι’ αυτό που γεννήθηκα και δε θα ματαγεννηθώ, Λαχτάρα γι’ αυτό που δεν υπάρχει.                  Στέκομαι άυλος, πάγος σιωπής απέναντι στην αμηχανία μου Να βιώσω το πεπρωμένο της επιλογής μου συνολικά Να χορτάσω ακόρεστους καημούς για μια ζωή ευθύνης και στέρησης. Λαχτάρα παιδί να γεννώ, Λαχτάρα να περπατώ μαζί σου πατέρα Να ισοζυγίσω αυτούς που αδικώ, Λαχτάρα μάνα κι αδερφή. Στέκομαι, ναι τολμώ να πω είμαι στάσιμος Όσο κι αν η δικαιολογίες έχουν τελέψει Προσπαθώ να τις βρω μαζί με τις διεξόδους Που θα γαληνέψουν την ψυχή μου. Είναι εκεί που αναστατώνομαι από τη θύμησή σου Το λίκνισμα που αστέρωσε τον ουρανό μου, Τις ποιο ανίερες σκέψεις μου και στοίχειωσε… Τις ποιο ανίερε...

Δροσοσταλιά μου

Εκεί, πάνω στην άχνη ενός πρωινού που δεν έλεγε να ξημερώσει, Ήρθες και ξάπλωσες για ν’ αναστήσεις νεκρές από παλιά αισθήσεις, Κι άνοιξε η αγκαλιά μου στα πέρατα της γης, Κι ένοιωσε η καρδιά μου δυνατή ξανά για να σηκώσει, Τους στεναγμούς του κόσμου, δροσοσταλιά μου. Όπου ξαφνικά η νύχτα γίνεται ατέρμονη μακριά σου, Ο χρόνος αντίπαλος συνεχώς στη βιάση και στην αδράνεια, Κι εγώ στεγνό πηγάδι χωρίς εσένα δροσοσταλιά μου. Ναι εκεί που ο ήλιος γελά στην απαρχή και ανάβει τις φωτιές του τέλους, Εκεί σε σκέφτομαι πάντα δροσοσταλιά μου, Κι ανασαίνω.

Ίσως για πάντα ν’ αμφιβάλλω

Έχω κουραστεί να νιώθω τύψεις για όλα όσα λέω και συμφωνούν Έχω κουραστεί… Να μου λες ότι δεν σ’ ακούω επειδή απλά αντιδρώ στον πόνο Και δρω… Να μου λες αυτά που φαντάζεσαι πίσω από το πέπλο αφού δε βλέπεις Ότι δρω… Για μια αλήθεια που κρύβεται κάτω από τη μύτη σου είναι εκεί που τα χαμηλά Είναι τόσο ψηλά… Άσχημα σχήματα στο ύψωμα του ποτηριού μου αραδιάζει παιχνίδια η οθόνη μου Και ψυχανεμίζομαι… Αφού εκεί οδηγούν οι λέξεις που εκφράζουν τις αδυναμίες, εκείνες που μέσα σου Χτυπούν απαράδεκτες… Κι όμως σ’ αγαπώ, ακόμα κι αν κάθε μέρα το τίμημα δείχνει αφόρητο πως πρέπει, Να σ’ αφήσω… Μακάρι να βρω αυτή την οξύμωρη δύναμη να κάνω το χωρισμό αυτόν Που θα ενώσει… Σ’ αγαπώ, μη μ’ αφήσεις να το κάνω, για πάντα ίσως… Ν’ αμφιβάλλω.

Το τέλος δεν είναι παρά μόνο η αρχή – «Παραμύθι»

Εκεί που η θλίψη συναντάει την απόγνωση, Χάνομαι Και ψάχνω μέσα μου να βρω Αν αισθάνομαι Εκείνα που στερούμαι καθημερινά Εκείνα που πονάνε Οράματα παιδικά των παραμυθιών τα ψέματα Σε θυμάμαι Αντλώ κουράγιο για να κρατήσω την ελπίδα ζωντανή Μα φοβάμαι Κι όλα αυτά – αναρωτιέμαι γιατί – αφού όλοι στο χώμα τελικά Εκεί θα πάμε Κι όμως εγώ ακόμα από τις σκιές και μέσα σ’ αυτές Φωλιάζω Σαν να πιστεύω πως για πάντα θα αντέχω Να σου φωνάζω Ζήσε το σήμερα αγάπη μου γιατί μπορεί αύριο να μη… Πονάμε Αφού το τέλος θα μας βρει απροετοίμαστους, λήθη το δώρο, ναι Λυπάμαι! Κι όμως εγώ θέλω να παραμυθιάζομαι. Το τέλος είναι μόνο μια καινούργια αρχή. Θέλω, με βολεύει, πιστεύω, ελπίζω, αλλά δεν αντέχω να σπαταλάω το σήμερα αφού τελικά η αμφιβολία όταν φύεται στοιχειώνει. Δεν αντέχω ν’ αναλώνομαι σ’ ένα μέλλον τόσο αβέβαιο όσο η υλοποίηση των ονείρων μου. Μόνο το σήμερα υπάρχει. Αυτ...

Ανοιξιάτικο Ξύπνημα

Άνοιξα τα μάτια μου το πρωί και καλωσόρισα την Άνοιξη με τ' όνομα σου Χιλιάδες χρώματα πλημμύρισαν τα όνειρά Και τ' άρωμα του καλοκαιριού χαιρέτησε την εποχή γιομάτο ελπίδα. Άνοιξα τα μάτια μου το πρωί στο τέλος του χειμώνα Κι είδα τον κόσμο αλλιώτικο γεμάτο καρδιοχτύπια Αγκαλιασμένα όλα σφιχτά μέσα σ' ένα φιλί βγαλμένο απ' την καρδιά σου.

Μείνε Άνοιξη

Ήταν η ζέστη που με ξύπνησε σα χάδι; Δε θυμάμαι… Γεύτηκα τους καρπούς της ανάμνησης μου από το τελευταίο βράδυ… Ναι θυμάμαι! Είπα να σηκωθώ να μυρίσω Άνοιξη, μα κάτι λείπει… Τι; Φοβάμαι… Στον ύπνο αν βυθιστώ ξανά, το όνειρο να χαθεί, ποτέ! Δε φοβάμαι! Του κορμιού σου θαλασσένια αρμύρα αν δε γευτώ ξανά μα… Δε λυπάμαι… Μείνε εκεί στην Άνοιξη, αν γίνει καλοκαίρι… Θα λυπάμαι.